ISSN 1977-0901 |
||
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 348 |
|
![]() |
||
Έκδοση στην ελληνική γλώσσα |
Ανακοινώσεις και Πληροφορίες |
62ό έτος |
Περιεχόμενα |
Σελίδα |
|
|
IV Πληροφορίες |
|
|
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΘΕΣΜΙΚΑ ΚΑΙ ΛΟΙΠΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ |
|
|
Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
|
2019/C 348/01 |
|
V Γνωστοποιήσεις |
|
|
ΔΙΚΑΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ |
|
|
Δικαστήριο |
|
2019/C 348/02 |
||
2019/C 348/03 |
||
2019/C 348/04 |
||
2019/C 348/05 |
||
2019/C 348/06 |
||
2019/C 348/07 |
||
2019/C 348/08 |
||
2019/C 348/09 |
||
2019/C 348/10 |
Υπόθεση C-559/19: Προσφυγή της 22ας Ιουλίου 2019 – Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Βασιλείου της Ισπανίας |
|
2019/C 348/11 |
||
2019/C 348/12 |
||
2019/C 348/13 |
||
2019/C 348/14 |
||
2019/C 348/15 |
||
|
Γενικό Δικαστήριο |
|
2019/C 348/16 |
Υπόθεση T-499/19: Προσφυγή της 10ης Ιουλίου 2019 – ZU κατά ΕΥΕΔ |
|
2019/C 348/17 |
||
2019/C 348/18 |
||
2019/C 348/19 |
EL |
|
IV Πληροφορίες
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΘΕΣΜΙΚΑ ΚΑΙ ΛΟΙΠΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
14.10.2019 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 348/1 |
Τελευταίες δημοσιεύσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
(2019/C 348/01)
Τελευταία δημοσίευση
Ιστορικό των προηγούμενων δημοσιεύσεων
Τα κείμενα αυτά είναι διαθέσιμα στον ιστότοπο
EUR-Lex: http://eur-lex.europa.eu
V Γνωστοποιήσεις
ΔΙΚΑΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ
Δικαστήριο
14.10.2019 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 348/2 |
Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Finanzgericht Baden-Württemberg (Γερμανία) στις 13 Ιουνίου 2019 – WEG Tevesstraße κατά Finanzamt Villingen-Schwenningen
(Υπόθεση C-449/19)
(2019/C 348/02)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Αιτούν δικαστήριο
Finanzgericht Baden-Württemberg
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Προσφεύγουσα: WEG Tevesstraße
Καθού: Finanzamt Villingen-Schwenningen
Προδικαστικό ερώτημα
Έχουν οι διατάξεις της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (1) την έννοια ότι αντίκεινται στη ρύθμιση κράτους μέλους, κατά την οποία η παροχή θερμάνσεως από κοινωνία συνιδιοκτητών ακινήτου στους ιδιοκτήτες οριζοντίων ιδιοκτησιών που χρησιμεύουν ως κατοικία απαλλάσσεται του φόρου προστιθέμενης αξίας;
14.10.2019 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 348/2 |
Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Amtsgericht Straubing (Γερμανία) στις 19 Ιουνίου 2019 – B & L Elektrogerätte GmbH κατά GC
(Υπόθεση C-465/19)
(2019/C 348/03)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Αιτούν δικαστήριο
Amtsgericht Straubing
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Ενάγουσα: B & L Elektrogeräte GmbH
Εναγόμενος: GC
Προδικαστικό ερώτημα
Υπάρχει σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος υπό την έννοια του άρθρου 2, σημείο 8, στοιχείο γ', της οδηγίας 2011/83/ΕΕ (1), ούτως ώστε να υφίσταται και δικαίωμα υπαναχώρησης δυνάμει του άρθρου 9 της οδηγίας αυτής, όταν ο έμπορος που βρίσκεται σε εμπορική έκθεση και συγκεκριμένα μπροστά στο περίπτερο πώλησης, που θεωρείται εμπορικό κατάστημα υπό την έννοια του άρθρου 2, σημείο 9, της οδηγίας, προσεγγίζει τον καταναλωτή ο οποίος επισκέπτεται την έκθεση που απευθύνεται στο καταναλωτικό κοινό και ο οποίος στέκεται στον διάδρομο του εκθεσιακού χώρου μπροστά στο περίπτερο πώλησης χωρίς να έρχεται σε επαφή με τον έμπορο, η δε σύμβαση πραγματώνεται στο περίπτερο πώλησης;
(1) Οδηγία 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (EE 2011, L 304, σ. 64).
14.10.2019 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 348/3 |
Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Grondwettelijk Hof (Βέλγιο) στις 20 Ιουνίου 2019 – Middlegate Europe NV κατά Ministerraad
(Υπόθεση C-471/19)
(2019/C 348/04)
Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική
Αιτούν δικαστήριο
Grondwettelijk Hof
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Αιτούσα: Middlegate Europe NV
Καθού: Ministerraad
Προδικαστικά ερωτήματα
1) |
Έχει το άρθρο 49 ΣΛΕΕ, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό με το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, τα άρθρα 15 και 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την αρχή της ισότητας, την έννοια ότι αντίκειται σε εθνική ρύθμιση η οποία υποχρεώνει άτομα ή επιχειρήσεις που επιθυμούν να εκτελέσουν λιμενικές εργασίες κατά την έννοια του νόμου του 1972 –συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων που δεν σχετίζονται με την υπό στενή έννοια φορτοεκφόρτωση πλοίων– σε βελγική λιμενική ζώνη να προσλαμβάνουν μόνον αναγνωρισμένους λιμενεργάτες; |
2) |
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, δύναται το Grondwettelijk Hof να διατηρήσει προσωρινώς σε ισχύ τις επίμαχες διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του νόμου του 1972 προκειμένου να αποτρέψει το ενδεχόμενο πρόκλησης ανασφάλειας δικαίου και κοινωνικών εντάσεων και να παράσχει στον νομοθέτη τη δυνατότητα εναρμόνισής τους με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης; |
14.10.2019 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 348/4 |
Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Kúria (Ουγγαρία) στις 26 Ιουνίου 2019 – Emberi Erőforrások Minisztériuma κατά Szent Borbála Kórház
(Υπόθεση C-491/19)
(2019/C 348/05)
Γλώσσα διαδικασίας: η ουγγρική
Αιτούν δικαστήριο
Kúria
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Αναιρεσείον: Emberi Erőforrások Minisztériuma
Αναιρεσίβλητο: Szent Borbála Kórház
Προδικαστικά ερωτήματα
1) |
Στην έννομη σχέση που γεννάται στο πλαίσιο σύμβασης επιχορήγησης, έχουν την εξουσία οι αρχές και οι ενδιάμεσοι φορείς των κρατών μελών που είναι αρμόδιοι για τη διεξαγωγή διαδικασίας λόγω παρατυπίας, σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, να εξετάσουν άμεσα στη σχετική διαδικασία, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 1083/2006 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2006, περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ταμείο Συνοχής και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/1999 (1) –ιδίως, στο πλαίσιο του μηχανισμού ελέγχου που ρυθμίζεται στα άρθρα του 60, 70 και 98–, κάθε παράβαση από την οποία προκύπτει ή ενδέχεται να προκύψει ζημία για τα οικονομικά συμφέροντα του προϋπολογισμού της Ένωσης, και υποχρεούνται οι εν λόγω αρχές και ενδιάμεσοι φορείς να εφαρμόζουν, εφόσον απαιτείται, δημοσιονομική διόρθωση; |
2) |
Εγγυάται την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, με την προσήκουσα αποτελεσματικότητα, εθνική δικονομική ρύθμιση, ή η νομολογία που την ερμηνεύει, η οποία, σε περίπτωση σύμβασης επιχορήγησης, παρέχει τη δυνατότητα διαπίστωσης παράβασης της εν λόγω σύμβασης συνιστάμενης σε παράβαση της νομοθεσίας περί σύναψης δημόσιων συμβάσεων (παρατυπία) και τη δυνατότητα άσκησης οποιασδήποτε αξίωσης αστικού δικαίου βασισμένης στην εν λόγω παράβαση μόνο όταν το τμήμα προσφυγών ή δικαστήριο –επιλαμβανόμενο της προσφυγής που ασκήθηκε κατά της απόφασης του τμήματος προσφυγών– αναγνωρίσουν κατά τρόπο απρόσβλητο την παράβαση; |
3) |
Εάν η παράβαση της νομοθεσίας περί σύναψης δημόσιων συμβάσεων συνεπάγεται παρατυπία, πλην όμως δεν κινήθηκε διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών, δύναται το δικαστήριο που επιλαμβάνεται των αξιώσεων αστικού δικαίου σχετικά με την εκτέλεση της σύμβασης επιχορήγησης να διαπιστώσει την παρατυπία στη σύναψη της δημόσιας σύμβασης όταν εξετάζει την παράβαση της σύμβασης; |
14.10.2019 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 348/4 |
Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Bundesverwaltungsgericht (Γερμανία) στις 3 Ιουλίου 2019 – Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά XT
(Υπόθεση C-507/19)
(2019/C 348/06)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Αιτούν δικαστήριο
Bundesverwaltungsgericht
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Αναιρεσείουσα: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας
Αναιρεσίβλητος: XT
Προδικαστικά ερωτήματα
1) |
Για την εκτίμηση του ζητήματος αν έχει παύσει κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο α', δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2011/95/ΕΕ (1) η προστασία ή συνδρομή της UNRWA σε ανιθαγενή Παλαιστίνιο, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από γεωγραφικής απόψεως μόνον η συγκεκριμένη περιοχή δράσης (Λωρίδα της Γάζας, Ιορδανία, Λίβανος, Συρία και Δυτική Όχθη του Ιορδάνη) στην οποία διέμενε πραγματικά ο ανιθαγενής όταν εγκατέλειψε τη ζώνη επιχειρήσεων της UNRWA (εν προκειμένω στη Συρία) ή πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και άλλες περιοχές δράσης που ανήκουν στη ζώνη επιχειρήσεων της UNRWA; |
2) |
Εφόσον δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον η περιοχή δράσης κατά τη στιγμή της αναχωρήσεως του ενδιαφερομένου: Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πάντα και ανεξάρτητα από άλλες προϋποθέσεις όλες οι περιοχές δράσης της ζώνης επιχειρήσεων; Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως: Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη άλλες περιοχές δράσης μόνον εφόσον ο ανιθαγενής είχε ουσιαστική (εδαφική) σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή δράσης; Για μια τέτοια σχέση είναι απαραίτητη η –υφιστάμενη κατά τη στιγμή της αναχωρήσεως του ενδιαφερομένου ή προγενέστερη– συνήθης διαμονή; Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη άλλες περιστάσεις κατά την εξέταση μιας ουσιαστικής (εδαφικής) σχέσης; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως: Ποιες είναι αυτές; Έχει σημασία αν είναι εφικτό και εύλογο για τον ανιθαγενή κατά τον χρόνο που εγκαταλείπει τη ζώνη επιχειρήσεων της UNRWA να εισέλθει στην οικεία περιοχή δράσης; |
3) |
Δικαιούται αυτοδικαίως την προβλεπόμενη από την οδηγία 2011/95/ΕΕ προστασία, κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο α', δεύτερη περίοδος, της οδηγίας αυτής, o ανιθαγενής που εγκαταλείπει τη ζώνη επιχειρήσεων της UNRWA επειδή βρίσκεται σε προσωπική κατάσταση σοβαρής ανασφάλειας στην περιοχή δράσης της πραγματικής διαμονής του και η UNRWA αδυνατεί να του παράσχει εντός αυτής προστασία ή συνδρομή, ακόμη και αν έχει προηγουμένως μεταβεί στην εν λόγω περιοχή δράσης χωρίς να έχει βρεθεί σε προσωπική κατάσταση σοβαρής ανασφάλειας στην περιοχή δράσης της προηγούμενης διαμονής του και χωρίς να μπορεί να αναμένει, βάσει των συνθηκών που επικρατούν κατά τον χρόνο της μετακίνησης, ότι θα τύχει προστασίας ή συνδρομής από την UNRWA στην περιοχή δράσης στην οποία μεταβαίνει και ότι θα μπορεί να επιστρέψει στην περιοχή δράσης της προηγούμενης διαμονής του στο άμεσο μέλλον; |
4) |
Για την εκτίμηση του ζητήματος αν δεν πρέπει να χορηγηθεί σε ανιθαγενή το καθεστώς του αυτοδικαίως θεωρούμενου ως πρόσφυγα («ipso facto πρόσφυγα») επειδή οι προϋποθέσεις του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο α', δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2011/95/ΕΕ εξέλειψαν αφού αυτός εγκατέλειψε τη ζώνη επιχειρήσεων της UNRWA, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον η περιοχή δράσης της τελευταίας συνήθους διαμονής; Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως: Πρέπει αντίστοιχα να συνεκτιμώνται οι περιοχές που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, στο πλαίσιο του δευτέρου ερωτήματος, κατά τον χρόνο της αναχωρήσεως; Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως: Ποια είναι τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των περιοχών που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον χρόνο λήψεως αποφάσεως επί της αιτήσεως; Προϋποθέτει η έκλειψη των προϋποθέσεων του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο α', δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2011/95/ΕΕ τη βούληση των (κρατικών ή οιονεί κρατικών) αρχών στην οικεία περιοχή δράσης να δεχθούν (εκ νέου) τον ανιθαγενή; |
5) |
Σε περίπτωση που, σε σχέση με τη συνδρομή ή την έκλειψη των προϋποθέσεων του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο α', δεύτερη περίοδος, της οδηγίας 2011/95/ΕΕ, έχει σημασία η περιοχή δράσης της (τελευταίας) συνήθους διαμονής: Ποια κριτήρια είναι κρίσιμα για τον καθορισμό της συνήθους διαμονής; Είναι απαραίτητη η νόμιμη διαμονή που έχει τύχει εγκρίσεως από το κράτος διαμονής; Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως: Απαιτείται, τουλάχιστον, οι αρμόδιες αρχές της περιοχής δράσης να δέχονται συνειδητά τη διαμονή του εν λόγω ανιθαγενούς; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως: Πρέπει οι αρμόδιες αρχές να έχουν συγκεκριμένα γνώση της παρουσίας του συγκεκριμένου ανιθαγενούς ή αρκεί η συνειδητή αποδοχή της διαμονής του ως μέλους μιας ευρύτερης ομάδας προσώπων; Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως: Αρκεί από μόνη της μια παρατεταμένη πραγματική διαμονή; |
(1) Οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (ΕΕ 2011, L 337, σ. 9)
14.10.2019 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 348/6 |
Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Amtsgericht Potsdam (Γερμανία) στις 11 Ιουλίου 2019 – Möbel Kraft GmbH & Co. KG κατά ML
(Υπόθεση C-529/19)
(2019/C 348/07)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Αιτούν δικαστήριο
Amtsgericht Potsdam
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Ενάγουσα: Möbel Kraft GmbH & Co. KG
Εναγόμενη: ML
Προδικαστικό ερώτημα
Αποκλείεται το δικαίωμα υπαναχωρήσεως βάσει του άρθρου 16, στοιχείο δ', της οδηγίας σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών (1) και στην περίπτωση επίσης που τα αγαθά κατασκευάζονται μεν σύμφωνα με τις προδιαγραφές του πελάτη, ο πωλητής δεν έχει ωστόσο ξεκινήσει ακόμη να τα κατασκευάζει, η δε τοποθέτησή τους στον χώρο του πελάτη θα πραγματοποιούνταν από τον ίδιο τον πωλητή και όχι από τρίτον; Ασκεί επιρροή συναφώς το γεγονός ότι τα αγαθά θα μπορούσαν να επανέλθουν στην προ της προσαρμογής τους κατάσταση με μικρό μόνο κόστος αποκατάστασης, ανερχόμενο σε περίπου 5 % της αξίας του εμπορεύματος;
(1) Οδηγία 2011/83/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών, την τροποποίηση της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 97/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2011, L 304, σ. 64).
14.10.2019 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 348/6 |
Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Bundesgerichtshof (Γερμανία) στις 16 Ιουλίου 2019 – WV κατά Landkreis Harburg
(Υπόθεση C-540/19)
(2019/C 348/08)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Αιτούν δικαστήριο
Bundesgerichtshof
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Εναγόμενος και αναιρεσείων: WV
Ενάγον και αναιρεσίβλητο: Landkreis Harburg
Προδικαστικό ερώτημα
Δύναται δημόσιος οργανισμός, ο οποίος χορηγούσε παροχές κοινωνικής προνοίας σε δικαιούχο διατροφής βάσει διατάξεων του δημοσίου δικαίου, να επικαλεστεί τη δωσιδικία του τόπου της συνήθους διαμονής του δικαιούχου διατροφής κατά το άρθρο 3, στοιχείο β', του ευρωπαϊκού κανονισμού περί υποχρεώσεων διατροφής (1), στην περίπτωση που προβάλλει αναγωγικώς την περιελθούσα σε αυτόν κατόπιν εκχωρήσεως εκ του νόμου, λόγω της παροχής κοινωνικής βοήθειας, αστική αξίωση περί καταβολής διατροφής κατά του υπόχρεου διατροφής;
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 4/2009 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2008, για τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και τη συνεργασία σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής (ΕΕ 2009, L 7, σ. 1).
14.10.2019 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 348/7 |
Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Bundesverwaltungsgericht (Γερμανία) στις 16 Ιουλίου 2019 – ΒΖ κατά Westerwaldkreis
(Υπόθεση C-546/19)
(2019/C 348/09)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Αιτούν δικαστήριο
BZ
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Προσφεύγων, εκκαλών και αναιρεσείων: ΒΖ
Καθής, εφεσίβλητη και αναιρεσίβλητη: Westerwaldkreis
Προδικαστικά ερωτήματα
1) |
|
2) |
Εφόσον στο ερώτημα 1 δοθεί η απάντηση ότι η επίμαχη απαγόρευση εισόδου εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2008/115/ΕΚ:
|
14.10.2019 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 348/8 |
Προσφυγή της 22ας Ιουλίου 2019 – Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Βασιλείου της Ισπανίας
(Υπόθεση C-559/19)
(2019/C 348/10)
Γλώσσα διαδικασίας: ισπανική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Ευρωπαϊκή Επιτροπή (εκπρόσωποι: C. Hermes, E. Manhaeve και E. Sanfrutos Cano)
Καθού: Βασίλειο της Ισπανίας
Αιτήματα
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
— |
να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, μη θεσπίζοντας τα αναγκαία μέτρα για την πρόληψη της υποβαθμίσεως της καταστάσεως των συστημάτων υπόγειων υδάτων της περιφέρειας Doñana, μη προβαίνοντας σε περαιτέρω χαρακτηρισμό εκείνων που παρουσιάζουν κίνδυνο, παραλείποντας επίσης να καθορίσει τα αναγκαία μέτρα, και μη περιλαμβάνοντας στο πρόγραμμα μέτρων του σχεδίου διαχειρίσεως για την περιοχή λεκάνης απορροής του Guadalquivir κατάλληλα βασικά και συμπληρωματικά μέτρα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', σε συνδυασμό με το άρθρο 1, στοιχείο α', και το σημείο 2.1.2 του παραρτήματος V· από το άρθρο 5, σε συνδυασμό με το σημείο 2.2 του παραρτήματος II· και από το άρθρο 11, παράγραφοι 1, 3, στοιχεία α', γ', και ε', και 4, της οδηγίας 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2000, για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων (1)· |
— |
να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, μη θεσπίζοντας τα κατάλληλα μέτρα για την αποφυγή της υποβαθμίσεως των φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων ειδών για τους οποίους έχουν ορισθεί οι εξεταζόμενες περιοχές (ΖΕΠ/ΤΚΣ ES0000024 Doñana, ΖΕΠ/ΤΚΣ ES6150009 Doñana Norte y Oeste και ΖΕΠ ES6150012 Dehesa del Estero y Montes de Moguer), το Βασίλειο της Ισπανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 6, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (2)· |
— |
να καταδικάσει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα. |
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
1) |
Παράβαση των υποχρεώσεων βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, στοιχείο α', και το σημείο 2.1.2 του παραρτήματος V της ίδιας οδηγίας Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', της οδηγίας 2000/60/ΕΚ επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προλαμβάνουν την υποβάθμιση της καταστάσεως όλων των συστημάτων υπόγειων υδάτων. Η διάταξη αυτή πρέπει να αναγνωσθεί σε συνδυασμό με το άρθρο 1, στοιχείο α', της ίδιας οδηγίας, το οποίο προσδιορίζει τους περιβαλλοντικούς στόχους που τα κράτη μέλη καλούνται να επιτύχουν σε σχέση με τα υπόγεια ύδατα, και με το σημείο 2.1.2 του παραρτήματός της V, το οποίο ορίζει την καλή ποσοτική κατάσταση των υπόγειων υδάτων. Κατά την άποψη της Επιτροπής, το Βασίλειο της Ισπανίας δεν έχει θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα για την πρόληψη της υποβαθμίσεως από την υπερεκμετάλλευση των συστημάτων υπογείων υδάτων της περιφέρειας Doñana. Η Επιτροπή καταλήγει, ως εκ τούτου, στο συμπέρασμα ότι το Βασίλειο της Ισπανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, στοιχείο α', και το σημείο 2.1.2 του παραρτήματος V της ίδιας οδηγίας. |
2) |
Παράβαση των υποχρεώσεων βάσει του άρθρου 5 της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, σε συνδυασμό με το σημείο 2.2 του παραρτήματος II της ίδιας οδηγίας Το άρθρο 5 της οδηγίας 2000/60/ΕΚ θεσπίζει την ακολουθητέα διαδικασία για τον καθορισμό της περιοχής λεκάνης απορροής ποταμού, επιβάλλοντας σε κάθε περίπτωση ανάλυση των χαρακτηριστικών της, επισκόπηση των επιπτώσεων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στην κατάσταση των επιφανειακών και των υπόγειων υδάτων, και οικονομική ανάλυση της χρήσεως ύδατος. Όταν, μετά τη διενέργεια του αρχικού χαρακτηρισμού, διαπιστώνεται η ύπαρξη απειλούμενου συστήματος υπόγειων υδάτων, τα κράτη μέλη οφείλουν, δυνάμει του σημείου 2.2 του παραρτήματος II της οδηγίας, να προβούν σε περαιτέρω χαρακτηρισμό. Κατά την άποψη της Επιτροπής, το Βασίλειο της Ισπανίας εφήρμοσε εσφαλμένως το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, σε συνδυασμό με το σημείο 2.2 του παραρτήματος II της ίδιας οδηγίας, στον βαθμό κατά τον οποίον δεν προέβη σε περαιτέρω χαρακτηρισμό των απειλούμενων συστημάτων υπόγειων υδάτων της περιφέρειας Doñana, παραλείποντας επίσης να καθορίσει τα αναγκαία μέτρα. Η Επιτροπή καταλήγει, ως εκ τούτου, στο συμπέρασμα ότι το Βασίλειο της Ισπανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5 της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, σε συνδυασμό με το σημείο 2.2 του παραρτήματος II της ίδιας οδηγίας. |
3) |
Παράβαση του άρθρου 11, παράγραφοι 1, 3, στοιχεία α', γ' και ε', και 4 της οδηγίας 2000/60/ΕΚ Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, κάθε κράτος μέλος «μεριμνά για τη θέσπιση, για κάθε περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού ή για το τμήμα διεθνούς περιοχής λεκάνης απορροής ποταμού που ευρίσκεται εντός της επικράτειάς του, προγράμματος μέτρων, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα των αναλύσεων που απαιτούνται δυνάμει του άρθρου 5, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι που καθορίζονται δυνάμει του άρθρου 4». Η παράγραφος 3, στοιχεία α', γ' και ε', απαριθμεί ορισμένα από τα βασικά μέτρα που πρέπει να περιλαμβάνονται στο εν λόγω πρόγραμμα μέτρων. Η παράγραφος 4 της ιδίας διατάξεως αναφέρεται στα συμπληρωματικά μέτρα, ήτοι εκείνα που καταρτίζονται και τίθενται σε εφαρμογή επιπλέον των βασικών μέτρων. Κατά την άποψη της Επιτροπής, το Βασίλειο της Ισπανίας δεν περιέλαβε στο πρόγραμμα μέτρων του σχεδίου διαχειρίσεως για την περιοχή λεκάνης απορροής του Guadalquivir τα βασικά και συμπληρωματικά μέτρα, και, ως εκ τούτου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 11, παράγραφοι 1, 3, στοιχεία α', γ' και ε', και 4 της οδηγίας 2000/60/ΕΚ. |
4) |
Παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ Το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ θεσπίζει, επί τη βάσει της αρχής της προλήψεως, μια γενική υποχρέωση προστασίας για την πρόληψη, σε σχέση με τους οικοτόπους και τα είδη για τα οποία έχει ορισθεί ορισμένη ζώνη, οποιασδήποτε υποβαθμίσεως και παρενοχλήσεως οι οποίες ενδέχεται να έχουν ιδιαιτέρως αρνητικό αντίκτυπο στους σκοπούς της οδηγίας. Δυνάμει του άρθρου 7 της ίδιας οδηγίας, η υποχρέωση αυτή προστασίας εκτείνεται σε ζώνες χαρακτηριζόμενες ως ζώνες ειδικής προστασίας για πτηνά (ΖΕΠ) δυνάμει της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979], περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (3). Κατά την άποψη της Επιτροπής, το Βασίλειο της Ισπανίας, κατά το μέρος που δεν θέσπισε τα κατάλληλα μέτρα για την αποτροπή της υποβαθμίσεως των οικοτόπων και των οικοτόπων ειδών για τους οποίους έχουν ορισθεί οι περιοχές ΖΕΠ/ΤΚΣ ES0000024 Doñana, ΖΕΠ/ΤΚΣ ES6150009 Doñana Norte y Oeste και ΖΕΠ ES6150012 Dehesa del Estero y Montes de Moguer, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 6, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 7 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. |
(3) ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001 σ. 202.
14.10.2019 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 348/10 |
Αναίρεση που άσκησε στις 6 Αυγούστου 2019 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (ένατο τμήμα) στις 27 Ιουνίου 2019 στην υπόθεση T-20/17, Ουγγαρία κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Υπόθεση C-596/19 P)
(2019/C 348/11)
Γλώσσα διαδικασίας: η ουγγρική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Ευρωπαϊκή Επιτροπή (εκπρόσωποι: V. Bottka και P.-J. Loewenthal)
Λοιποί διάδικοι στην αναιρετική διαδικασία: Ουγγαρία και Δημοκρατία της Πολωνίας
Αιτήματα
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
— |
να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (ένατο τμήμα) της 27ης Ιουνίου 2019 στην υπόθεση T-20/17, Ουγγαρία κατά Επιτροπής· |
— |
να απορρίψει τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο ακυρώσεως που προβάλλονται με την προσφυγή την οποία άσκησε η Ουγγαρία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, με τους οποίους η Ουγγαρία προβάλλει παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης και κατάχρηση εξουσίας, και να καταδικάσει την Ουγγαρία στο σύνολο των δικαστικών εξόδων τόσο της πρωτόδικης όσο και της αναιρετικής διαδικασίας· |
— |
επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο προς έκδοση νέας απόφασης επί των μη εξετασθέντων λόγων ακυρώσεων, επιφυλασσόμενο ως προς τα δικαστικά έξοδα τόσο της πρωτόδικης όσο και της αναιρετικής διαδικασίας. |
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο ενήργησε κατά παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ στον βαθμό που διαπίστωσε ότι η δομή των προοδευτικών φορολογικών συντελεστών του ουγγρικού φόρου για τη διαφήμιση δεν ήταν επιλεκτική. Η Επιτροπή στηρίζει την επιχειρηματολογία της σε τρεις δικαιολογητικούς λόγους:
— |
Πρώτον, στις σκέψεις 78 έως 83 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη διαπιστώνοντας ότι η Επιτροπή, όταν προσδιόρισε το σύστημα αναφοράς, απέκλεισε εσφαλμένως τους προοδευτικούς συντελεστές του ουγγρικού φόρου για τη διαφήμιση. Αντιθέτως προς την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου, η προσέγγιση την οποία πρότεινε η Επιτροπή με την απόφασή της είναι συμβατή με τη νομολογία. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά τον προσδιορισμό του συστήματος αναφοράς. |
— |
Δεύτερον, με τις σκέψεις 84 έως 90 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη διαπιστώνοντας ότι η Επιτροπή προσδιόρισε εσφαλμένως τον σκοπό του φόρου για τη διαφήμιση υπό το πρίσμα του οποίου πρέπει να εξετάζεται η συγκρισιμότητα. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για την εκτίμηση της συγκρισιμότητας, κρίσιμος είναι μόνον ο σκοπός του φόρου που αποτελεί αντικείμενο του μέτρου, ήτοι ο φορολογικός σκοπός του μέτρου ο οποίος καθορίζεται από τη γενεσιουργό αιτία του φόρου. Λοιποί σκοποί, όπως, για παράδειγμα, η φοροδοτική ικανότητα, είναι κρίσιμοι μόνο για την εκτίμηση του κατά πόσον μπορεί να δικαιολογηθεί αντικειμενικώς οποιαδήποτε διαφοροποίηση στη φορολόγηση, πάντοτε εφόσον οι εν λόγω σκοποί είναι συμφυείς με τη φύση του φόρου. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον, προκειμένου να προβεί σε εκτίμηση της συγκρισιμότητας, δέχθηκε ότι ο φόρος για τη διαφήμιση έχει αναδιανεμητικό σκοπό. |
— |
Τρίτον, είναι εσφαλμένη η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου όπως αποτυπώνεται με τις σκέψεις 91 έως 105 της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά την οποία η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη διαπιστώνοντας ότι ο αναδιανεμητικός σκοπός δεν δικαιολογεί τον προοδευτικό χαρακτήρα του φόρου βάσει του κύκλου εργασιών. Η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου ότι ο ουγγρικός φόρος για τη διαφήμιση δεν εισάγει δυσμενείς διακρίσεις και ότι έχει αναδιανεμητικό σκοπό στηρίζεται στην εσφαλμένη παραδοχή ότι οι επιχειρήσεις με υψηλό κύκλο εργασιών έχουν κατ’ ανάγκη μεγαλύτερα κέρδη από τις επιχειρήσεις με χαμηλότερο κύκλο εργασιών. Εκκινώντας από αυτήν την εσφαλμένη παραδοχή, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο δεχόμενο, προκειμένου να δικαιολογήσει τη διαφοροποίηση που προκύπτει από τη φορολόγηση, σκοπό ο οποίος δεν είναι συμφυής με τη φύση του συγκεκριμένου φόρου. Επιπλέον, στηριζόμενο στην εν λόγω εσφαλμένη παραδοχή, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε αδικαιολόγητη αντιστροφή του βάρους απόδειξης και υποχρέωσε την Επιτροπή να αποδείξει ότι οι φορολογικοί συντελεστές του ουγγρικού φόρου για τη διαφήμιση δεν μπορούν να τύχουν δικαιολόγησης δεδομένου του φερόμενου αναδιανεμητικού σκοπού. |
Στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, διαπιστώνοντας ότι η δυνατότητα έκπτωσης του 50 % των ζημιών δεν ήταν επιλεκτική. Κατά πρώτον, το μέτρο δεν είναι συμβατό με το σύστημα αναφοράς του οποίου φέρεται ότι αποτελεί μέρος, καθόσον επιτρέπει την έκπτωση των μεταφερθεισών ζημιών για τους υποκείμενους στον φόρο οι οποίοι υποχρεούνται στην καταβολή του φόρου αναλόγως του κύκλου εργασιών, πράγμα το οποίο δεν ανταποκρίνεται στα κέρδη της εταιρίας. Κατά δεύτερον, το μέτρο δεν είναι γενικού χαρακτήρα, αντιθέτως προς τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου, και δεν εξαρτάται από τυχαίο γεγονός, καθόσον οι δικαιούχοι του μέτρου που αφορούσε την προηγούμενη οικονομική χρήση μπορούσαν να προσδιοριστούν κατά τον χρόνο θέσπισης του φόρου.
14.10.2019 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 348/11 |
Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Špecializovaný trestný súd (Σλοβακία) στις 9 Αυγούστου 2019 – Úrad špeciálnej prokuratúry Generálnej prokuratúry Slovenskej republiky κατά TG, UF
(Υπόθεση C-603/19)
(2019/C 348/12)
Γλώσσα διαδικασίας: η σλοβακική
Αιτούν δικαστήριο
Špecializovaný trestný súd
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Κατήγορος: Úrad špeciálnej prokuratúry Generálnej prokuratúry Slovenskej republiky
Κατηγορούμενοι: TG, UF
Προδικαστικά ερωτήματα
1) |
Έχει η οδηγία 2012/29/ΕΕ (1) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, για τη θέσπιση ελάχιστων προτύπων σχετικά με τα δικαιώματα, την υποστήριξη και την προστασία θυμάτων της εγκληματικότητας (κυρίως τα δικαιώματα της ενεργού συμμετοχής στην ποινική διαδικασία και οι αξιώσεις αποζημιώσεως στην ποινική διαδικασία), όσον αφορά τα δικαιώματα των οποίων λόγω της φύσεώς τους δεν απολαύουν αποκλειστικά τα φυσικά πρόσωπα ως όντα με αντιληπτικές ικανότητες, την έννοια ότι εφαρμόζεται επίσης και στα νομικά πρόσωπα και το Δημόσιο, ήτοι στις κρατικές αρχές, εφόσον οι διατάξεις του εθνικού δικαίου αναγνωρίζουν στο πρόσωπό τους την ιδιότητα του ζημιωθέντος στην ποινική διαδικασία; |
2) |
Έχουν τα άρθρα 17 και 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το άρθρο 325 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 38, παράγραφος 1, στοιχείο ζ', του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999 (2) του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, σε συνδυασμό με τον κανονισμό (ΕΚ) 1681/94 (3) της Επιτροπής, της 11ης Ιουλίου 1994, την έννοια ότι δεν αντίκεινται σε αυτά κανονιστική ρύθμιση και πρακτική κατά τη λήψη των αποφάσεων (4) σύμφωνα με τις οποίες το Δημόσιο δεν νομιμοποιείται να συμμετέχει σε ποινική διαδικασία για την αποκατάσταση της ζημίας η οποία προκλήθηκε λόγω δολίων ενεργειών του υπόπτου, με συνέπεια την υπεξαίρεση κονδυλίων από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και δεν δύναται, υπό τους όρους του άρθρου 256, παράγραφος 3, του κώδικα ποινικής δικονομίας, να προσβάλει τη διάταξη με την οποία το δικαστήριο αποφασίζει να μην επιτρέψει τη συμμετοχή του, ήτοι να μην επιτρέψει στο διοικητικό όργανο που το εκπροσωπεί να παραστεί στην κύρια επ’ ακροατηρίου συζήτηση για να ζητήσει, υπό την ιδιότητά του ως ζημιωθέντος, την αποκατάσταση της ζημίας, ενώ δεν υφίσταται άλλη μορφή διαδικασίας στην οποία να μπορεί να προβάλει τη σχετική αξίωση αποζημίωσης έναντι του υπόπτου, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η διασφάλιση του δικαιώματός του προς αποκατάσταση της ζημίας της περιουσίας και των περιουσιακών του δικαιωμάτων έναντι του κατηγορούμενου κατά την έννοια του άρθρου 50 του κώδικα ποινικής δικονομίας, με αποτέλεσμα το εν λόγω δικαίωμα να καθίσταται de facto μη εκτελεστό; |
3) |
Δύναται η έννοια «της ίδιας επιχείρησης» του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΚ) 994/98 (5) του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 1998, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 69/2001 (6) της Επιτροπής, της 12ης Ιανουαρίου 2001, να ερμηνευτεί κατά τρόπο μόνον τυπικό, υπό την έννοια ότι απαιτείται και αρκεί να διαπιστωθεί εάν οι ενδιαφερόμενες εταιρείες διαθέτουν χωριστή νομική προσωπικότητα με βάση την εθνική νομοθεσία, και, ως εκ τούτου, δύναται να χορηγηθεί σε καθεμία από αυτές κρατική ενίσχυση ποσού έως και 10 000 ευρώ, ή, αντιθέτως, το αποφασιστικό κριτήριο είναι οι πραγματικοί όροι λειτουργίας και διαχείρισης των εν λόγω εταιριών που ανήκουν στα ίδια πρόσωπα και μέσω των οποίων αλληλοσυνδέονται ως σύστημα θυγατρικών υπό τη διαχείριση της μητρικής επιχείρησης, μολονότι έκαστη εξ αυτών διαθέτει χωριστή νομική προσωπικότητα βάσει του εθνικού δικαίου, με αποτέλεσμα να πρέπει να κρίνονται ως συνιστώσες «την ίδια επιχείρηση» και, ως ενιαίο σύνολο, μπορούν να λάβουν εφάπαξ κρατική ενίσχυση ποσού έως και 100 000 ευρώ; |
4) |
Για τους σκοπούς της Σύμβασης σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (7) της 26ης Ιουλίου 1995, έχει ο όρος «ζημία [προς αποκατάσταση] την έννοια ότι αναφέρεται αποκλειστικώς στο τμήμα των κονδυλίων που καταβλήθηκε αχρεωστήτως και συνδέεται άμεσα με τις δόλιες ενέργειες ή συμπεριλαμβάνει επίσης τα έξοδα που πράγματι προέκυψαν και τεκμηριώνονται με ακρίβεια, καθώς και τη χρήση της συνεισφοράς, εφόσον προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία ότι οι εν λόγω δαπάνες ήταν αναγκαίες για την απόκρυψη των δολίων ενεργειών, την καθυστέρηση της αποκάλυψης των δολίων ενεργειών και τη λήψη του συνολικού ποσού της χορηγηθείσας κρατικής ενίσχυσης; |
(1) Οδηγία 2012/29/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, για τη θέσπιση ελάχιστων προτύπων σχετικά με τα δικαιώματα, την υποστήριξη και την προστασία θυμάτων της εγκληματικότητας και για την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2001/220/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ 2012, L 315, σ. 57).
(2) Κανονισμός (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, περί γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά Ταμεία (ΕΕ 1999, L 161, σ. 1).
(3) Κανονισμός (ΕΚ) 1681/94 της Επιτροπής, της 11ης Ιουλίου 1994, για τις παρατυπίες και την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών στα πλαίσια της χρηματοδότησης των διαρθρωτικών πολιτικών, καθώς και την οργάνωση ενός συστήματος πληροφόρησης στον τομέα αυτό (ΕΕ 1994, L 178, σ. 43).
(4) Γνωμοδότηση του ποινικού τμήματος του Najvyšší súd Slovenskej republiky (Ανώτατου Δικαστηρίου της Σλοβακικής Δημοκρατίας) της 29ης Νοεμβρίου 2017.
(5) Κανονισμός (ΕΚ) 994/98 του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 1998, για την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σε ορισμένες κατηγορίες οριζόντιων κρατικών ενισχύσεων (ΕΕ 1998, L 142, σ. 1).
(6) Κανονισμός (ΕΚ) 69/2001 της Επιτροπής, της 12ης Ιανουαρίου 2001, για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (ΕΕ 2001, L 10, σ. 30).
(7) Σύμβαση η οποία καταρτίζεται βάσει του άρθρου Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 1995, C 316, σ. 49).
14.10.2019 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 348/12 |
Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Tribunal d’instance de Lagny-sur-Marne (Γαλλία) στις 13 Αυγούστου 2019 – BNP Paribas Personal Finance SA κατά VE
(Υπόθεση C-609/19)
(2019/C 348/13)
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Αιτούν δικαστήριο
Tribunal d'instance de Lagny-sur-Marne
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Προσφεύγουσα: BNP Paribas Personal Finance SA
Καθού: VE
Προδικαστικά ερωτήματα
1) |
Έχει η παράγραφος 2 του άρθρου 4 της οδηγίας 93/13 (1) την έννοια ότι αποτελούν κύριο αντικείμενο δανείου που έχει συναφθεί σε ξένο νόμισμα και αποπληρώνεται σε εθνικό νόμισμα, χωρίς να μπορούν να εξετάζονται μεμονωμένα, οι ρήτρες που επιβάλλουν την κατά προτεραιότητα αποπληρωμή των τόκων από τις σταθερές δόσεις και προβλέπουν την επιμήκυνση της διάρκειας της συμβάσεως και την αύξηση των δόσεων, για να εξοφληθεί το υπόλοιπο του λογαριασμού, με το ποσό αυτό [να μπορεί να] αυξηθεί σημαντικά λόγω διακυμάνσεως των επιτοκίων; |
2) |
Έχει η παράγραφος 1 του άρθρου 3 της οδηγίας 93/13 την έννοια ότι οι ρήτρες που επιβάλλουν την κατά προτεραιότητα εξόφληση των τόκων από τις σταθερές δόσεις και που προβλέπουν την επιμήκυνση της διάρκειας [της συμβάσεως] και την αύξηση των δόσεων για την αποπληρωμή του υπόλοιπου του λογαριασμού, το οποίο μπορεί να αυξηθεί σημαντικά λόγω διακυμάνσεων των συναλλαγματικών ισοτιμιών, δημιουργούν σημαντική ανισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των αντισυμβαλλομένων, ιδίως καθόσον εκθέτουν τον καταναλωτή σε δυσανάλογο συναλλαγματικό κίνδυνο; |
3) |
Έχει το άρθρο 4 της οδηγίας 93/13 την έννοια ότι ο σαφής και κατανοητός χαρακτήρας των ρητρών συμβάσεως δανείου, το οποίο έχει συναφθεί σε ξένο νόμισμα και αποπληρώνεται σε εθνικό νόμισμα, επιβάλλεται να εκτιμάται λαμβανομένων υπόψη, κατά τη στιγμή της συνάψεως της συμβάσεως, του προβλέψιμου οικονομικού περιβάλλοντος, εν προκειμένω των επιπτώσεων των οικονομικών δυσκολιών των ετών 2007 έως 2009 επί των διακυμάνσεων των επιτοκίων, καθώς και των γνώσεων και ικανοτήτων του επαγγελματία δανειοδότη και της καλής πίστεως αυτού; |
4) |
Έχει το άρθρο 4 της οδηγίας 93/13 την έννοια ότι ο σαφής και κατανοητός χαρακτήρας των ρητρών συμβάσεως δανείου, το οποίο έχει συναφθεί σε ξένο νόμισμα και εξοφλείται σε εθνικό νόμισμα, επιβάλλεται να εκτιμάται στο πλαίσιο ελέγχου ότι ο δανειοδότης, ο οποίος διαθέτει γνώσεις και ικανότητες επαγγελματία, έχει παράσχει στον δανειολήπτη πληροφορίες, κυρίως αριθμητικές, αποκλειστικά αντικειμενικές και αφηρημένες, οι οποίες δεν λαμβάνουν υπόψη το οικονομικό περιβάλλον που ενδέχεται να επιδρά στις διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας; |
(1) Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ 1993, L 95, σ. 29).
14.10.2019 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 348/13 |
Αναίρεση που άσκησε στις 21 Αυγούστου 2019 η Alfamicro – Sistemas de computadores, Sociedade Unipessoal, L.da, κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) στις 28 Ιουνίου 2019 στην υπόθεση T-64/18, Alfamicro κατά Επιτροπής
(Υπόθεση C-623/19 P)
(2019/C 348/14)
Γλώσσα διαδικασίας: η πορτογαλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Alfamicro – Sistemas de computadores, Sociedade Unipessoal, Lda. (εκπρόσωποι: G. Gentil Anastácio και D. Pirra Xarepe, advogados, και M. Stock da Cunha, advogada estagiária)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
— |
να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T-64/18 (1) |
— |
να ακυρώσει την απόφαση C(2017) 8839 τελικό της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 2017· |
— |
να καταδικάσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων. |
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι γενεσιουργός αιτία των απαιτήσεων από σύμβαση είναι η ίδια η σύμβαση. Για τον λόγο αυτό, εφόσον η Επιτροπή δεν προέβαλε τις αξιώσεις της με την αναγνωριστική αγωγή, μολονότι είχε τη σχετική δυνατότητα, δεν δικαιούται, μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης, να εκδώσει εκτελεστούς τίτλους σχετικά με το ποσό της υπερανάληψης.
Η Επιτροπή ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας.
Με την αναγνωριστική απόφασή του (T-831/14) (2), το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της απαίτησης της Επιτροπής η οποία απορρέει από τη συμφωνία επιχορήγησης και όχι, όπως πεπλανημένα εκτιμά το Γενικό Δικαστήριο, επί των μη επιλέξιμων δαπανών για το διάστημα που αφορούσε ο έλεγχος.
Το διατακτικό της απόφασης επί της αναγνωριστικής αγωγής (T-831/14) δεν θέτει περιορισμούς όσον αφορά την απαίτηση, το χρονικό διάστημα ή τις δαπάνες.
Ένας μόνον εκτελεστός τίτλος αντιστοιχεί σε μία μόνον υποχρέωση, ήτοι στην απαίτηση σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας επιχορήγησης.
Δεν νοείται το μεν Γενικό Δικαστήριο να καθορίζει οριστικώς μια απαίτηση, ο δε δανειστής, στη συνέχεια, να υποστηρίζει ότι, εν τέλει, δεν έχουν υπολογιστεί όλα τα ποσά.
Η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι, καθόσον με την αναγνωριστική αγωγή επιδιώκεται ο προσδιορισμός της συμβατικής απαίτησης της Ένωσης, η Επιτροπή δεν επιτρέπεται να εκδίδει εκτελεστούς τίτλους χωρίς να έχει ως σημείο αναφοράς την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου.
Εφόσον η αναγνωριστική αγωγή αφορά τη συμβατική απαίτηση της Επιτροπής έναντι του οφειλέτη, η αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου να καθορίζει την απαίτηση αποκλείει την εξουσία της Επιτροπής να εκδίδει τίτλους οι οποίοι παρακάμπτουν την απόφαση.
(1) EU:T:2019:453.
(2) Βλ. υπόθεση C-14/18 P.
14.10.2019 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 348/14 |
Αναίρεση που άσκησε στις 27 Αυγούστου 2019 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (δεύτερο πενταμελές τμήμα) στις 18 Ιουνίου 2019, στην υπόθεση T-624/15, European Food κ.λπ. κατά Επιτροπής
(Υπόθεση C-638/19 P)
(2019/C 348/15)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Ευρωπαϊκή Επιτροπή (εκπρόσωποι: T. Maxian Rusche, P.-J. Loewenthal)
Λοιποί διάδικοι στην αναιρετική διαδικασία: European Food SA, Starmill SRL, Multipack SRL, Scandic Distilleries SA, Ioan Micula, Viorel Micula, European Drinks SA, Rieni Drinks SA, Transilvania General Import-Export SRL, West Leasing International SRL, Βασίλειο της Ισπανίας και Ουγγαρία
Αιτήματα
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
— |
να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (δεύτερο πενταμελές τμήμα) της 18ης Ιουνίου 2019 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-624/15, T-694/15 και T-704/15, European Food κ.λπ. κατά Επιτροπής (1)· |
— |
να απορρίψει το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως και το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως στην υπόθεση T-704/15· |
— |
να απορρίψει το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως στις υποθέσεις T-624/15 και T-694/15· |
— |
να αναπέμψει τις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-624/15, T-694/15 και T-704/15 στο Γενικό Δικαστήριο προς επανεξέταση των λόγων ακυρώσεως που δεν έχουν ήδη εξεταστεί· και |
— |
να επιφυλαχθεί επί των δικαστικών εξόδων για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας. |
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, η οποία συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 108 ΣΛΕΕ και/ή του παραρτήματος V, κεφάλαιο 2, της πράξεως προσχωρήσεως της Ρουμανίας (2), και στον εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, στον βαθμό που έκρινε ότι η Επιτροπή δεν ήταν αρμόδια να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση (3).
— |
Με το κύριο επιχείρημά της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο κακώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το μέτρο μέσω του οποίου η Ρουμανία χορήγησε ενίσχυση στους Ion και Viorel Micula, Σουηδούς επενδυτές, και σε τρεις ρουμανικές εταιρίες που τελούν υπό τον έλεγχό τους (στο εξής, από κοινού: οι Miculas) είναι η κατάργηση του καθεστώτος κινήτρων στις 22 Φεβρουαρίου 2005. Αντιθέτως, η ενίσχυση στους Miculas χορηγήθηκε μέσω της καταβολής από τη Ρουμανία της αποζημιώσεως που συνδέεται με την κατάργηση αυτού του καθεστώτος, η οποία επήλθε μετά την προσχώρησή της στην Ένωση. |
— |
Επικουρικώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο καλώς έκρινε ότι το μέτρο χορηγήσεως της ενισχύσεως συνίστατο στην κατάργηση του καθεστώτος κινήτρων από τη Ρουμανία (το οποίο δεν ισχύει), η Επιτροπή εξακολούθησε να έχει την αρμοδιότητα εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως δυνάμει του παραρτήματος V, κεφάλαιο 2, της πράξεως προσχωρήσεως της Ρουμανίας. |
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, η οποία συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 2 της πράξεως προσχωρήσεως της Ρουμανίας και των κανόνων περί της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης ratione temporis και/ή στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας [Σύνδεσης ΕΕ/Ρουμανίας] του 1995 (4), καθώς και στον εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, στο μέτρο που κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν έχει εφαρμογή στην επιδικασθείσα αποζημίωση.
— |
Με το κύριο επιχείρημά της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο κακώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν τυγχάνει εφαρμογής στην επιδικασθείσα αποζημίωση, με το σκεπτικό ότι όλα τα πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η αποζημίωση αυτή έλαβαν χώρα προ της προσχωρήσεως. Αντιθέτως, η επιδίκαση της αποζημιώσεως αποτελεί το μελλοντικό αποτέλεσμα μιας καταστάσεως που προϋπήρχε της προσχωρήσεως κατά την έννοια των κανόνων περί της εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης ratione temporis. |
— |
Επικουρικώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο καλώς έκρινε ότι η επιδίκαση της αποζημιώσεως δεν συνιστά το μελλοντικό αποτέλεσμα καταστάσεως που προϋπήρχε της προσχωρήσεως (το οποίο δεν ισχύει), το δίκαιο της Ένωσης εξακολουθούσε να ισχύει όσον αφορά την επιδικασθείσα αποζημίωση λόγω του ότι η Ευρωπαϊκή Συμφωνία του 1995, η οποία αποτελεί μέρος του δικαίου της Ένωσης, έχει εφαρμογή σε όλα τα γεγονότα στα οποία θεμελιώνεται η εν λόγω αποζημίωση και τα οποία έλαβαν χώρα προ της προσχωρήσεως. |
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, η οποία συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, και στη μη εφαρμογή του άρθρου 64, παράγραφος 1, σημείο iii, της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας του 1995, στο μέτρο που έκρινε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κακώς χαρακτήρισε την επιδίκαση της αποζημιώσεως από το διαιτητικό δικαστήριο ως πλεονέκτημα.
— |
Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο έσφαλε στον βαθμό που έκρινε ότι η Επιτροπή ήταν αναρμόδια να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν έχει εφαρμογή στην επιδικασθείσα αποζημίωση. |
— |
Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε το σύνολο των επιχειρημάτων που παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση και αποδεικνύουν ότι η Ρουμανία παρείχε πλεονέκτημα στους Miculas. Τα πλεονεκτήματα τα οποία δεν εξετάστηκαν επαρκούν αφ’ εαυτού για να δικαιολογήσουν την ύπαρξη πλεονεκτήματος. |
(1) EU:T:2019:423
(2) Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ 2005, L 157, σ. 203).
(3) Απόφαση (ΕΕ) 2015/1470 της Επιτροπής, της 30ής Μαρτίου 2015, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.38517 (2014/C) (πρώην 2014/NN) την οποία έθεσε σε εφαρμογή η Ρουμανία – Διαιτητική απόφαση Μicula κατά Ρουμανίας της 11ης Δεκεμβρίου 2013 (ΕΕ 2015, L 232, σ. 43).
(4) Ευρωπαϊκή συμφωνία συνδέσεως μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Ρουμανίας, αφετέρου (ΕΕ 1994, L 357, σ. 2).
Γενικό Δικαστήριο
14.10.2019 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 348/16 |
Προσφυγή της 10ης Ιουλίου 2019 – ZU κατά ΕΥΕΔ
(Υπόθεση T-499/19)
(2019/C 348/16)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγων: ZU (εκπρόσωπος: C. Bernard-Glanz, δικηγόρος)
Καθής: Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ)
Αιτήματα
Ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
— |
να ακυρώσει τις αποφάσεις της ΕΥΕΔ, της 31ης Αυγούστου 2018 και της 10ης Ιανουαρίου 2019, περί εφαρμογής του σημειώματος της Ιατρικής Υπηρεσίας της 30ής Αυγούστου 2018, αφαιρουμένης της αναρρωτικής άδειας· |
— |
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα. |
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της προσφυγής του, ο προσφεύγων προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως.
1. |
Με τον πρώτο λόγο, προβάλλεται παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης και παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας, καθόσον διογκώθηκαν οι εκτιμήσεις κόστους με αποτέλεσμα να αποδοθεί αδικαιολογήτως στον προσφεύγοντα ευθύνη λόγω μη εμφάνισης για ιατρικό έλεγχο στις Βρυξέλλες. |
2. |
Με τον δεύτερο λόγο, προβάλλεται κατάχρηση εξουσίας, καθόσον υπάρχει ένδειξη περί πρόθεσης υπονόμευσης του προσφεύγοντος λόγω προσωπικής μεροληψίας. |
3. |
Με τον τρίτο λόγο, προβάλλεται πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά το ζήτημα αν είχε μεταβληθεί η έννομη κατάσταση του προσφεύγοντος και μη διεξοδική ανάλυση των λόγων για τους οποίους αποδόθηκε ευθύνη στον προσφεύγοντα λόγω μη εμφάνισης για ιατρικό έλεγχο. |
14.10.2019 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 348/17 |
Προσφυγή της 17ης Αυγούστου 2019 – Scandlines Danmark και Scandlines Deutschland κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-566/19)
(2019/C 348/17)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσες: Scandlines Danmark ApS (Κοπεγχάγη, Δανία), Scandlines Deutschland GmbH (Αμβούργο, Γερμανία) (εκπρόσωπος: L. Sandberg-Mørch, δικηγόρος)
Καθής: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα
Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
— |
να ακυρώσει την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 22ας Ιουλίου 2019, με την οποία απορρίφθηκε εν μέρει η αίτηση των προσφευγουσών για παράταση –έως τις 5 Σεπτεμβρίου 2019 ή έως τα τέλη Αυγούστου 2019– της προθεσμίας υποβολής παρατηρήσεων στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας έρευνας στην υπόθεση SA. 39078 (2019/C) (πρώην 2014/N) – Χρηματοδότηση του σχεδίου μόνιμης ζεύξης Fehmarn Belt· |
— |
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα. |
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι προσφεύγουσες προβάλλουν δύο λόγους ακυρώσεως.
1. |
Με τον πρώτο λόγο, προβάλλεται ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης της απόφασής της περί μη χορήγησης παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 5 Σεπτεμβρίου 2019 ή τις 31 Αυγούστου 2019, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει αιτιολογία προς στήριξη της απόρριψης αυτής ή, εν πάση περιπτώσει, η αιτιολογία της είναι ανεπαρκής. |
2. |
Με τον δεύτερο λόγο, προβάλλεται ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 6, παράγραφος 1, του διαδικαστικού κανονισμού (1) και, ως εκ τούτου, προσέβαλε επίσης το δικαίωμα των προσφευγουσών, ως ενδιαφερόμενων μερών, να συμμετάσχουν αποτελεσματικά στην επίσημη διαδικασία έρευνας σχετικά με την υπόθεση κρατικής ενίσχυσης SA.39078, δεδομένου ότι η αίτηση ήταν δεόντως αιτιολογημένη, βάσιμη και σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας. |
(1) Κανονισμός (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2015, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2015, L 248, σ. 9).
14.10.2019 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 348/17 |
Προσφυγή της 23ης Αυγούστου 2019 – Victoria’s Secret Stores Brand Management κατά EUIPO – Lacoste (LOVE PINK)
(Υπόθεση T-582/19)
(2019/C 348/18)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Victoria’s Secret Stores Brand Management, Inc. (Reynoldsburg, Οχάιο, Ηνωμένες Πολιτείες) (εκπρόσωπος: J. Dickerson, Solicitor)
Καθού: Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO)
Αντίδικος ενώπιον του τμήματος προσφυγών: Lacoste SA (Παρίσι, Γαλλία)
Στοιχεία σχετικά με τη διαδικασία ενώπιον του EUIPO
Αιτούσα: Η προσφεύγουσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
Επίδικο σήμα: Αίτηση καταχωρίσεως λεκτικού σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης LOVE PINK – Υπ’ αριθ. 11 853 389 αίτηση καταχωρίσεως
Διαδικασία ενώπιον του EUIPO: Διαδικασία ανακοπής
Προσβαλλόμενη απόφαση: Απόφαση του πρώτου τμήματος προσφυγών του EUIPO της 27ης Μαΐου 2019 στην υπόθεση R 1078/2018-1
Αιτήματα
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
— |
να ακυρώσει εν μέρει την προσβαλλόμενη απόφαση, ειδικότερα κατά το μέτρο που αναφέρεται στον λόγο ανακοπής του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης· |
— |
να επιτρέψει την υπ’ αριθ. 11 853 389 αίτηση καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης· |
— |
να καταδικάσει το καθού στα έξοδα της προσφυγής. |
Προβαλλόμενος λόγος
— |
Παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. |
14.10.2019 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 348/18 |
Προσφυγή της 23ης Αυγούστου 2019 – Electrolux Home Products κατά EUIPO – D. Consult (FRIGIDAIRE)
(Υπόθεση T-583/19)
(2019/C 348/19)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Electrolux Home Products, Inc. (Charlotte, Βόρεια Καρολίνα, Ηνωμένες Πολιτείες) (εκπρόσωπος: P. Brownlow, Solicitor)
Καθού: Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO)
Αντίδικος ενώπιον του τμήματος προσφυγών: D. Consult (Wattignies, Γαλλία)
Στοιχεία σχετικά με τη διαδικασία ενώπιον του EUIPO
Δικαιούχος του επίδικου σήματος: Η προσφεύγουσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
Επίδικο σήμα: Λεκτικό σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης FRIGIDAIRE – Υπ’ αριθ. 71 241 σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Διαδικασία ενώπιον του EUIPO: Διαδικασία για την κήρυξη ακυρότητας
Προσβαλλόμενη απόφαση: Απόφαση του πέμπτου τμήματος προσφυγών του EUIPO της 17ης Ιουνίου 2019 στην υπόθεση R 166/2018-5
Αιτήματα
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
— |
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση· |
— |
να ακυρώσει την υπ’ αριθ. 11921 C απόφαση του τμήματος ακυρώσεων της 23ης Νοεμβρίου 2017 περί ανακλήσεως του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά στεγνωτήρια ρούχων, πλυντήρια ρούχων και πιάτων και κουζίνες· |
— |
να διατηρήσει την καταχώριση του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά στεγνωτήρια ρούχων, πλυντήρια ρούχων και πιάτων και κουζίνες· |
— |
να καταδικάσει το καθού στα δικαστικά έξοδά του καθώς και στα έξοδα της προσφεύγουσας. |
Προβαλλόμενοι λόγοι
— |
Το τμήμα προσφυγών εφάρμοσε εσφαλμένα τον νόμο διαπιστώνοντας ότι η χρήση του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αποδεικνύεται από τις πωλήσεις στεγνωτήριων ρούχων, πλυντηρίων ρούχων, πλυντηρίων πιάτων και κουζινών εκ μέρους της προσφεύγουσας στις στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ στη Γερμανία και στο Βέλγιο, δεν ισοδυναμούσε με χρήση του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τους σκοπούς του άρθρου 58 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου· |
— |
Το τμήμα προσφυγών εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 58 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, διότι δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα από την προσφεύγουσα απόδειξη χρήσης υπό τη μορφή των πωλήσεων προς την Johann Fouquet GmbH κατά την εξέταση της συνολικής χρήσης του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκ μέρους της προσφεύγουσας όσον αφορά τα στεγνωτήρια ρούχων, τα πλυντήρια ρούχων και πιάτων και τις κουζίνες· |
— |
Το τμήμα προσφυγών εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 58 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου διότι δεν έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα από την προσφεύγουσα απόδειξη χρήσης υπό τη μορφή της χρήσης στα κοινωνικά δίκτυα κατά την εξέταση της συνολικής χρήσης του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκ μέρους της προσφεύγουσας όσον αφορά τα στεγνωτήρια ρούχων, τα πλυντήρια ρούχων και πιάτων και τις κουζίνες. |